Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Εφηβικοί έρωτες και νεανική παραβατικότητα


γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

Αναδημοσίευση από: Τα ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ 

  Χαβιέρ Θέρκας, Οι νόμοι των συνόρων, μτφ. Γεωργία
   Ζακοπούλου, σελ. 522, ΠΑΤΑΚΗΣ 2015

                                        
-Ο Χαβιέρ Θέρκας ανασκοπεί τη  νεανική παραβατικότητα και την μυθοποίησή της. Όπου η  συμμετοχή σε μια συμμορία έχει ως πλευρική συνέπεια τον διά βίου έρωτα και την διαπίστωση ότι αλήθεια δεν υφίσταται-


Cercas, Javier


Μια σειρά σύγχρονων Ισπανών και ισπανόφωνων  συγγραφέων –μεταξύ τους ο Ενρίκε δε Έριθ, ο Χαβιέρ Μαρίας, ο Χουάν Γκοϋτισόλο, ο Χαβιέρ Θέρκας και ο νεκρός πια Χιλιανός  πλην «πολιτογραφημένος» καταλανός Ρομπέρτο Μπολάνιο-  συγκροτούν κατά την άποψή μου μια διακριτή σχολή  που δεν έχει ακόμη βρει το όνομά της. Οι συγγραφείς αυτοί υπηρετούν ταυτόχρονα  την ιστορική μνήμη σε αναφορά με σχετικά πρόσφατα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα, αντλούν από το «μυθιστόρημα ντοκουμέντο» και τη σχολή της νέας δημοσιογραφίας, ενώ κατά κανόνα εγκιβωτίζουν μια αφήγηση σε μια άλλη, επιχειρώντας έτσι την υπέρβαση της κοινοτοπίας αλλά και την αποφυγή των  δυσκολιών της πλοκής. Συχνά δίνουν στα βιβλία τους τίτλους που ακούγονται απλοϊκοί αλλά, μιας και δεν μπορεί  τόσο καλοί συγγραφείς να είναι  απλοϊκοί ή να αναφέρονται σε εγκυκλοπαιδικά λήμματα, οφείλουμε να συνάγουμε ως αναγνώστες ότι κάτι άλλο κρύβεται πίσω από τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας και την  Ταχύτητα του φωτός του Θέρκας, το Άγριοι Ντετέκτιβ του Μπολάνιο,  το Οικογένεια Καρλ Μαρξ του Γκοϋτισόλο ή  Τα λημέρια του λύκου του Μαρίας. Και συχνά έτσι είναι. Μέσα από τον μεταμοντερνιστικό σχετικισμό τους προβάλλει –τουλάχιστον στα πιο πετυχημένα εξ αυτών- μια άλλη πραγματικότητα από την περιγραφόμενη. Πίσω λ.χ. από μια αστυνομική ιστορία προβάλλει ένας κατά κανόνα μακροσκελής προβληματισμός περί την γραφή ή μια εξόφθαλμη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει αλήθεια όσο κι αν ψάξεις γι αυτήν, ή ακόμη μια μυθοποίηση της γλώσσας και της ανάγνωσης. Ταυτόχρονα κυριαρχεί σ’ αυτή τη «σχολή» ένα είδος γραφής επιδεικτικά επίπεδης, με προβολή της σοφιστικέ κοινοτυπίας, χωρίς καλολογικά στοιχεία και εξάρσεις, με μια επιτηδευμένη μονοτονία από την οποία υποτίθεται ότι πρέπει να ανασύρεις ενδιαφέρουσες ιδέες και καλά κρυμμένα αισθήματα. Βρισκόμαστε πλέον εμφανώς στους αντίποδες του μαγικού ρεαλισμού.
   Έτσι κι εδώ, στο τελευταίο βιβλίο του Χαβιέρ Θέρκας. Ένας συγγραφέας αναζητεί –όχι για εντελώς σαφείς λόγους- την αλήθεια  για μια μυθική νεανική συμμορία που δρούσε το καλοκαίρι  του 1978 σε μια καταλανική μεσαίου μεγέθους πόλη, την Χιρόνα, μεταξύ Βαρκελώνης και γαλλικών συνόρων (κατά σύμπτωση στο πανεπιστήμιό της διδάσκει ο συγγραφέας). Προς τούτο παίρνει μακροσκελείς εναλλάξ συνεντεύξεις από δύο πρωταγωνιστές της εποχής. Ο ένας είναι ο  Ιγνάθιο Κάνιας, παιδί μικροαστικής  οικογενείας που είχε μπλέξει με τη συμμορία κατά τύχην και κυρίως επειδή τον είχε παγιδέψει ερωτικά η Τέρε, υποτιθέμενη ερωμένη του αρχηγού της συμμορίας, του Γαλανομάτη. Ο άλλος είναι ένας αστυνόμος, φτωχοπαίδι που αποφάσισε να ζητήσει μετάθεση στην Χιρόνα γιατί τον είχε γοητεύσει ένα μάλλον μέτριο «λαϊκό αφήγμα» για την κατάκτηση της πόλης από τις στρατιές του μ Ναπολέοντα και ξέμεινε έκτοτε σ’ αυτήν ως την συνταξιοδότησή του. Η πορεία των δύο συμπλέκεται με τα πραγματικά γεγονότα και μετακινεί κάθε τόσο τον φακό της ανεύρετης αλήθειας.
    Αποδεικνύεται εξ αρχής ότι υπάρχει ένα σύνορο στην πόλη της Χιρόνα, ένα ποτάμι που πολύ σχηματικά χωρίζει το εύπορο από το φτωχό κομμάτι της πόλης. Στο δεύτερο συσσωρεύονται εκείνα τα πρώτα μεταφρανκικά χρόνια λογής λογής εσωτερικοί μετανάστες που ζουν σε ημιάθλιες συνθήκες. Ανάμεσά τους ο Γαλανομάτης –ατρόμητος, φιλόδοξος και ευφυής-, η Τέρε –με τα ίδια στοιχεία συν τον ερωτισμό- και άλλα παιδιά που όταν δεν βρίσκονται σε σφαιριστήρια, ντισκοτέκ  και μπαράκια καπνίζοντας μπάφους επιδίδονται σε ληστείες σπιτιών και κλοπές αυτοκινήτων. Ο νεαρός Κάνιας θα μπλέξει μαζί τους το καλοκαίρι εκείνο ενμέρει ως αντίδραση στην κακοποίηση που υφίσταται από συμμαθητές του στο σχολείο, ενμέρει γιατί η Τέρε θα τον χειριστεί επιδέξια, κυρίως όμως λόγω της πλήξης και της έλλειψης νοήματος στη ζωή του. Έτσι ανδρώνεται διά της παραβατικότητας και του βασανιστικού, εφηβικού έρωτα.
    Η συμμορία γίνεται με τον καιρό θρασύτατη, μέχρι να διαπράξει τα μοιραία λάθη που θα οδηγήσουν στην εξάρθρωσή της.   Τα μέλη της συλλαμβάνονται ή πεθαίνουν αλλά ο Κάνιας διαφεύγει με την βοήθεια του Γαλανομάτη που συλλαμβάνεται αντ’ αυτού για να περάσει από κει και πέρα όλη του τη ζωή στη φυλακή. Ο έγκλειστος πλέον αρχηγός της συμμορίας συχνά αποδρά, επιδίδεται σε βίαιες πράξεις, διακινεί ναρκωτικά, αρρωσταίνει  και εξελίσσεται σε λαϊκό ήρωα για τα ταμπλόιντ και τα ρεάλιτυ της τηλεόρασης. Κάποια στιγμή οι δρόμοι τους τέμνονται ξανά. Ο Κάνιας  έχει σωθεί μέσω των γνωριμιών του πατέρα του και λόγω της ανεκτικότητας του αστυνόμου (και δεύτερου αφηγητή) που αποφασίζει να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Έχει σπουδάσει νομικά, παντρεύτηκε και χώρισε, κάνει μια σπουδαία καριέρα στην πατρική του πόλη και αναστοχάζεται συχνά το παρελθόν καθώς παρακολουθεί τους μετασχηματισμούς της πόλης ένθεν και κακείθεν των νοητών συνόρων της. Οι νόμοι των συνόρων έχουν αλλάξει λόγω της ανάπτυξης, της εισβολής του τουρισμού και του εκσυγχρονισμού. Αλλά όταν ο Γαλανομάτης θα του ζητήσει να αναλάβει την υπεράσπισή του και η Τόρε ξαναγίνει ερωμένη του, οι ταξικές ενοχές θα εισβάλουν μαζί με την ενσυναίσθηση για τη μοίρα των άλλων – των λιγότερο τυχερών.
    Όμως η αναζήτηση της αλήθειας θα φτάσει σε αδιέξοδο: Ποιος πρόδωσε την συμμορία; Ήταν η Τόρε ερωμένη του Γαλανομάτη; Γνώριζε ο αστυνομικός την ενοχή του Κάνιας; Γιατί μια ζωή του διέφευγε ο αξεπέραστος εφηβικός του έρωτας; Ποιοι είναι οι νόμοι των συνόρων και ποια είναι εντέλει τα σύνορα;   Οι απαντήσεις εκκρεμούν επιδεικτικά. Οι εκκρεμότητες με τον εαυτό μας και τους άλλους παραμένουν, και η αλήθεια είναι ανεύρετη, θέλει να  μας πει ο Θέρκας. Μπορεί να έχει δίκιο, αν και δεν το πολυπιστεύω. Και εν πάση περιπτώσει είναι κρίμα γιατί χρειάστηκαν πάνω από 500 πυκνογραμμένες σελίδες για να το διαπιστώσουμε. Διπλά κρίμα γιατί το μυθοπλαστικό υλικό προσφερόταν για   ουσιατικότερη και κατά πολύ πυκνότερη αφήγηση χωρίς περιττές, φλύαρες επαναλήψεις και υποδηλώσεις περί κρυμμένου νοήματος των πραγμάτων που παραμένει ωστόσο εκκρεμές. Επιπλέον, το πολυφορεμένο εσχάτως τέχνημα του συγγραφέα που κάνει έρευνα για να αφηγηθεί κάτι τις χιλιοειπωμένο, καίγεται εδώ, χωρίς  αιτιολόγηση και λειτουργικότητα.
    Παρά ταύτα στο πρώτο μισό του τουλάχιστον το καλομεταφρασμένο αυτό βιβλίο σε κρατάει. Μέχρι τουλάχιστον να εισβάλλει η  τελική μελαγχολία.
  


 Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Η κριτική λειτουργία ως έριδα και έρωτας

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

Αναδημοσίευση από: Τα ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ 


Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η κριτική της κριτικής
σελ. 341, ΔΑΡΔΑΝΟΣ- Γκούτεμπεργκ 2017

-Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος καταθέτει εδώ μια συλλογή σημαντικών κειμένων  για το ρόλο της κριτικής και την παλινδρόμησή της μεταξύ δόγματος και μόδας, προτείνοντας την θεώρησή της ως οργανικού μέρους του λογοτεχνικού έργου-


Αυτή είναι μια κριτική εις τον κύβον. Κρίνει τον κριτικό Ραυτόπουλο που μας καταθέτει ένα πολυσήμαντο βιβλίο για τον ρόλο της κριτικής διά μέσου της ιστορίας. Δύσκολη δουλειά και όχι μόνον γιατί είναι γνωστή η αμέριστη εκτίμησή μου για το έργο του συγγραφέα, όχι μόνο γιατί ο ίδιος με έχει τιμήσει με τέσσερις εκτεταμένες κριτικές για δικά μου βιβλία (κάτι εξαιρετικά σπάνιο για έναν εξαιρετικά επιλεκτικό κριτικό),  όχι μόνο γιατί του έχω αφιερώσει το δικό μου τελευταίο βιβλίο Εκουατόρια αλλά και γιατί πρόκειται ένα αφ’ εαυτού  ιδιότυπο έργο. Προσιδιάζει μάλλον με δοκίμιο κατά την έννοια που είχε δώσει στο είδος  ο Μονταίνιος, αλλά δεν του λείπουν οι καθαρά κριτικές σελίδες, οι συνεντεύξεις του συγγραφέα όπου επεξηγεί την προβληματική του και, κυρίως, ένα ιδιαίτερα πυκνό και εκτεταμένο πρώτο κεφάλαιο όπου έχουμε μια επισκόπηση της λειτουργίας της κριτικής από την κλασσική Ελλάδα ως τις μέρες μας. Όλα δε τούτα με το ένδυμα της πολεμικής, σήμα κατατεθέν του Ραυτόπουλου που ασπάζεται προγραμματικά την αρχαιοελληνική ρητορική έριδα (λογομαχία, διακωμώδηση) ως προαγωγό της γνώσης και εν δυνάμει βελτίωση του κατατεθειμένου λόγου. Άλλωστε, ως απαρχή της κριτικής λειτουργίας προτείνει μαζί με τον Κώστα Γεωργουσόπουλο  τους Βατράχους του Αριστοφάνη όπου έχουμε μια διακωμώδηση του ευρυπίδειου πραγματισμού υπέρ της αισχύλειας μεγαλοπραγμοσύνης. (Δευτερευόντως στηλιτεύεται η παραλογοτεχνία, ο φιλολογικός λαϊκισμός  και  η εύκολη στιχουργική).
     Η πολεμική του Ραυτόπουλου –αν τον αποκωδικοποιώ σωστά- στρέφεται προς δύο κατευθύνσεις που δεν είναι διόλου άσχετες μεταξύ τους. Στο εκτεταμένο πρώτο δοκίμιο της συλλογής που είναι η αντιφώνηση κατά την ανακήρυξή του ως επιτίμου διδάκτορα του ΑΠΘ και που έχει ήδη εκδοθεί αυτόνομα από το περιοδικό Μανδραγόρας, κρίνεται μεταξύ άλλων ενδελεχώς η μετατόπιση του λογοτεχνικού γίγνεσθαι προς τον μεταμοντερνισμό. Ο κατά Ρολάν Μπαρτ «θάνατος του συγγραφέα», η δυσφήμηση του δημιουργού και του υποκειμένου της γραφής, η απώλεια του νοήματος, η  περίπου ανυπαρξία της αντικειμενικής πραγματικότητας, η θεματική εσωστρέφεια, η σχετικοποίηση της αξίας του έργου (άρα και του αξιολογικού ρόλου της κριτικής), η περίπου κατάργηση των μεγάλων θεματικών γραμμών υπέρ μιας συγχρονικής εσωστρέφειας, δέχονται την κριτική του.  Ο θρίαμβος της λεγομένης «θεωρίας» δηλαδή μιας μορφής διεπιστημονικότητας  δίχως όρια και χωρίς αξιώσεις διαψευσιμότητας ή επαλήθευσιμότητας, αντιμετωπίζει την κατεδαφιστική ανάλυση του κριτικού Ραυτόπουλου. Μεταξύ άλλων ανεκδοτολογεί παραθέτοντας στιγμιότυπο όπου ένας συνδαιτημόνας στρέφεται σε έναν άλλο με τα λόγια «Δόξα τω θεώ  που είστε τρομοκράτης, εγώ φοβόμουν μην είστε θεωρητικός». 
     Για να φτάσει ως εκεί ο Ραυτόπουλος, έχει διεξέλθει με άνεση και κοφτή άμεση γλώσσα πρακτικά όλα τα στάδια της λειτουργίας του κριτικού ως διαμεσολαβητή και ερμηνευτή του έργου, ως ένα είδος άνωθεν φυσικής επιλογής όπου τελικώς το καλύτερο (πλην ατυχήματος) θα θριαμβεύσει. Αλλά και του κριτικού ως συνδιαμορφωτή της λογοτεχνικής σκηνής, αφού με τον τρόπο του  ωθεί προς νέες κατευθύνσεις, εντάσσει το έργο στο ευρύτερο κοινωνικό/ πολιτιτισμικό του πλαίσιο, προτείνει άμεσα ή έμμεσα καινοτομίες  και λειτουργεί σα μπαμπούλας για τυχόν αστοχίες. Είναι γι αυτό που απευθυνόμενος σε νεότερους κριτικούς στην έξοχη συνομιλία του με τον Μισέλ Φάις στο περ. ΔΙΑΒΑΖΩ, τους παροτρύνει να ασχολούνται με έργα που αξίζουν τον κόπο. Πέραν τούτων όμως,  στο θετικό ισοζύγιο της κριτικής παρεισφρέει η ίδια η συγγραφική λειτουργία:  οι συγγραφείς γίνονται κάποτε κριτικοί, όχι τόσο όταν πραγματεύονται διά των ηρώων τους κάποιο έργο τέχνης αλλά όταν υπερβαίνουν το παρελθόν με την κατεστημένη θεματική και μορφική του λειτουργία (την προϊστορία του είδους, θα λέγαμε) ωθώντας την λογοτεχνία προς τα μπρος. Αυτό το «εμπρός» δεν σημαίνει αναγκαστικά το «καλύτερο» αλλά ενδεχομένως έργο προσαρμοσμένο μορφικά στην εποχή, στα επιστημονικά δεδομένα, τις νέες θεωρίες και πολιτισμικές κατακτήσεις, όπως βεβαίως την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις μόδες ποικίλων ιστορικών περιόδων  (εδώ ο Ραυτόπουλος μας θέλει όλους – παραγωγούς, καταναλωτές και διαμεσολαβητές του γραπτού λόγου ιδιαίτερα προσεκτικούς) .
    Φυσικά, συχνά η κριτική κάνει λάθος, λόγω πρωτίστως του υποκειμενισμού που ενέχει. Εξαιρετικά συχνά μάλιστα αν σκεφτεί κανείς τον εντυπωσιακό κατάλογο έργων και συγγραφέων (από τον Μπωντλέρ και τον Ζολά ως τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, οι  πρόσκαιρα αποσυνάγωγοι συγκροτούν εδώ ένα εντυπωσιακό κατάλογο) που έτυχαν της σκληρής αδιαφορίας ή και λοιδωρίας κριτικών και ομοτέχνων, για να αναγνωρισθούν αργότερα, ενίοτε με στροφή 180ο των ίδιων των αμείλικτων κριτών τους. Στο βιβλίο ωστόσο έχουμε μια εξαιρετικά πυκνή συμπόρευση φιλοσοφικών θεωριών και κριτικού έργου που ερμηνεύει εν πολλοίς τις ...ερμηνείες (από τον Όσκαρ Γουάιλντ ως το Αντόρνο και από τον Ρουσσώ ως τον Χάιντεγγερ). Έχουμε με άλλα λόγια συντήξεις και αποκλίσεις, ωσμώσεις και διαχωρισμούς που άλλοτε εγκαθιδρύουν τον κριτικό ως αυτόνομο παραγωγό και άλλοτε τον τοποθετούν στο επίκεντρο του ίδιου του έργου. Έχουμε και άφθονη χολή για την κριτική προσέγγιση των έργων τους από τους θιγομένους, Ωστόσο ο Ραυτόπουλος ασχολείται ελάχιστα με μονομέρειες και συνωμοσίες και αποδίδει το  λάθος της κριτικής πρωτίστως στον δογματισμό. Ως πρωτεργάτης  από την δεκαετία του ‘50 της περίφημης «Επιθεώρησης Τέχνης» έζησε στο πετσί του της τυραννία της νομοτέλειας ή αλλιώς  την άτεγκτη κομματική γραμμή που τότε υπηρετούσε τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό (ακόμη και μετά τον θάνατο του Στάλιν).  Και αν το ένα θύμα των εσωτερικών κομματικών δικών ήταν η ελευθερία το άλλο ήταν η ίδια η ποιότητα της λογοτεχνίας. Δεν ξέρω ποιο από τα δύο βρίσκει περισσότερο ασυγχώτητο ο Ραυτόπουλος αλλά στα ιδιαίτερα  ενδιαφέρον του βιβλίου εβρίσκεται λ.χ. η διχοτόμηση του έργου του Καβάφη από τον Τσίρκα ώστε να καταβαραθρωθεί το ερωτικό, ηδονοθηρικό, «αστικό», ιδιωτικό του   έργο  υπέρ του  «δημοσίου» (πρόκειται για την λεγομένη στα φιλολογικά πράγματα «τομή του 1911»), που θα απέληγε κάποια στιγμή στην απόδοση στον Καβάφη στου χρίσματος του παρεμβατικού, κοινωνιστή κ.ά.   Ή ακόμη η ίδια η στροφή του διαγραμμένου από το κόμμα Τσίρκα στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό σε μέρη της τριλογίας του αλλά κυρίως στην Χαμένη Άνοιξη. Ή ακόμη η δυσφήμηση του μεγάλο αυτόχειρα Καρυωτάκη ως παρακμιακού,  θανατολάγνου κλπ., ιδιότητες αντικείμενες στην επαναστατική γυμναστική. Ή τέλος η μη ενασχόληση της κριτικής με τις φιλελεύθερες όψεις του Καραγάτση, ο οποίος αν και ασχολείται στα έργα του ενδελεχώς τόσο με αμιγώς πολιτικά/οικονομικά  ζητήματα (π.χ. η Σοβιετική Επανάσταση, ο Τσάρος, η ελληνική αστική τάξη, η εκβιομηχάνιση της χώρας ακόμη και το αγροτικό ζήτημα)  εντούτοις αντιμετωπίζεται από την κριτική αποκλειστικά ως συγγραφέας του βρώμικου ερωτισμού και της προτεραιότητας στον ντετερμινιστικό βιολογισμό.
    Ο Ραυτόπουλος δεν πετάει με τα απόνερα και το μωρό. Αν και μοντερνιστής, αναγνωρίζει τις ποιότητες και τις αναγκαιότητες του ρεαλισμού (βρε αδελφέ υπάρχει και η πεισματάρα πραγματικότητα), προάγει την αναγκαιότητα των μεγάλων θεμάτων,  διεξέρχεται με επιμέλεια (αν και εξ ανάγκης αποσπασματικά) όλες πρακτικά τις θεωρίες προσέγγισης του λογοτεχνικού φαινομένου, δέχεται ότι οι νέες θεωρητικές   προσεγγίσεις προσέφεραν πολλά «στην κωδικοποίηση του κόσμου» όπου στοχεύει το καλό λογοτεχνικό έργο, πριν ακόμα γίνουν δόγμα και μόδα. Η εμμονή του ωστόσο είναι η πρόοδος, η προσαρμογή, η οικουμενικότητα των αξιών του δυτικού πολιτισμού και βεβαίως της λογοτεχνίας. Αποτίει φόρο τιμής σε παραγνωρισμένους στις μέρες μας δημιουργούς όπως ο Λασκαράτος τοποθετώντας τους στο ιστορικό τους πλαίσιο, αλλά και σε συστηματικούς εργάτες της φιλολογικής έρευνας όπως ο Αλέξανδρος Αργυρίου (σε δυο μάλιστα κεφάλαια_, χωρίς να χαρίζει κάστανα πουθενά.
     Το βιβλίο θέλει προσεκτική μελέτη γιατί το λάθος του κριτικού Ραυτόπουλου είναι πως ξεκινά πάντα να γράφει με την υπόθεση εργασίας ότι οι συνομιλητές του είναι με την παραδισιακότατη έννοια του όρου μορφωμένοι επειδή αυτό εδήλωσαν. Αμφιβάλλω από τη μεριά μου αν μια χώρα που δεν κατασκευάζει ούτε τα μανταλάκια που καταναλώνει είναι σε θέση να παίζει στα δάχτυλα του ενός χεριού τον Ντεριντά.  Απλώς ως καλός ευπατρίδης ο Ραυτόπουλος δέχεται την μετά λόγου γνώση του αντιπάλου και αρχίζει αμέσως μετά την έριδα που λέγαμε και στην αρχή. Δεν μου κάνει μάλιστα εντύπωση ότι κατεστημένοι κριτικοί και πανεπιστημιακού δεν έχουν ως τώρα ασχοληθεί με το έργο. Προσωπικά δεν αναρωτιέμαι γιατί, και εύχομαι να μην αναρωτιέται και ο ίδιος.












Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Γαιοκτησία, εξωτισμός, και πάθη υπό τους Τροπικούς

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

Αναδημοσίευση από: Τα ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ 



-Θεμελιωτής του μετααποικιακού αστικού μυθιστορήματος της Βραζιλίας, ο Μασάντο ντε Ασίς μας φέρνει σε επαφή με απόμακρες γαίες και με παλαιόθεν οικεία ήθη-


 Ζοακίν Μαρία Μασάντο ντε Ασίς, Ελένα,
Μτφ. Εισαγωγή, επίμετρο Γιώργος Πρατσίνης,
  Gutenberg/ ALDINA, 2016

Είναι πολλά και ποικίλα τα αρχέτυπα που έχουμε στο νου μας όταν ακούμε τη λέξη Βραζιλία και η πρώτη επαφή μας στα ελληνικά με τον σπουδαίο αυτό ρομαντικό συγγραφέα του ύστερου 19ου αιώνα μας βοηθά να επιφέρουμε κάποιες διορθώσεις. Το βιβλίο αυτό γράφηκε σε συνέχειες  στα 1876 αλλά ο μυθιστορηματικός χρόνος είναι το 1859, όταν το νεαρό έθνος είχε πλέον αυτονομηθεί πλήρως από τη μητρόπολη Πορτογαλία, η δημοκρατία πάλευε  να σταθεί στα πόδια της και η δουλοκτησία έπνεε τα λοίσθια. Βρισκόμαστε στα  βόρεια του Ρίο ντε Ζανέιρο, σε μια περιοχή με πλούσια βλάστηση, μεγάλα αγροκτήματα και έντονες κοινωνικές ανισότητες, με μια αστική τάξη που ταλαντεύεται μεταξύ φεουδαρχίας και καπιταλισμού και με τα ευρωπαϊκά ήθη να παλεύουν να εμφυτευθούν στους τροπικούς. Η οικογένεια Βάλε κλονίζεται με τον θάνατο του πατριάρχη της, ενός ανθρώπου που η ζωή του είχε κυλήσει χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα, εν μέσω ευμάρειας, τάξης και άφθονων νυχτοπερπατημάτων. Η διαθήκη του κρύβει μια μεγάλη έκπληξη. Αποκαλύπτεται ότι υπάρχει μια εξώγαμη κόρη, δικαιούχος τμήματος της κληρονομιάς, την οποία ο Βάλε υπεραγαπούσε, όπως και την νεκρή πλέον μητέρα της. Η οικογένεια οφείλει  να την δεχτεί στους κόλπους της, ως πλήρες μέλος. Ο γιος του μακαρίτη, ο Εστάσιο, δεν έχει κανένα ηθικό ή πρακτικό δίλημμα και μάλιστα γοητεύεται από την ετεροθαλή αδελφή του που εμφανίζει το ένα μετά το άλλο σειρά προσόντων: ευπροσήγορη, κοινωνική, ελκυστική, μορφωμένη, δοτική, με γνώσεις μουσικής και κατασταλάγματα σοφίας κάπως δυσανάλογα με την ηλικία της, πιθανόν λόγω των ιδιότυπων κοινωνικών εμπειριών που η ζωή της προσέφερε αφειδώς και εγκαίρως. Η Ούρσουλα, αδελφή του μακαρίτη, είναι αρχικά επιφυλακτική από την εισβολή μιας άγνωστης και την ανατροπή των ισορροπιών στο σπίτι αλλά σύντομα η νεόφερτη θα την κερδίσει ολοσχερώς, ειδικά ύστερα από μια βαριά ασθένεια της θείας όπου  βγάζει τον καλύτερο εαυτό της. Η έλξη των δύο αδελφιών προς άλληλα είναι πρόδηλη αν και μη ομολογημένη. Περνούν ώρες και μέρες μαζί, καλπάζουν παρέα στις φυτείες, κάνουν αμοιβαίες αποκαλύψεις – αν και η Ελένα κρατάει δι εαυτήν τα κρίσιμα μυστικά της ζωής της που θα οδηγούσαν σε τελείως διαφορετικές ατραπούς την αφήγηση.

Αμφότεροι θα λογοδοθούν προς τρίτους κατόπιν περίεργης επιμονής της Ελένα. Ο Εστάσιο με την κόρη του γείτονα, γιατρού και φίλου του μακαρίτη. Η Ελένα με έναν καλόπιστο έξω καρδιά φίλο του Εστάσιο που έχει πρόσφατα επιστρέψει από ένα μακρύ ευρωπαϊκό ταξίδι. Είναι εμφανές ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος επιθυμούν ιδιαιτέρως αυτές τις δεσμεύσεις αλλά το κάνουν με ένα αίσθημα κατεπείγοντος, σαν για να αποφύγουν την σύγκρουση με τις κοινωνικές συμβάσεις. Όμως ο διάολος κρύβεται κάπου εκεί γύρω και το κουβάρι των μυστικών θα αρχίζει να ξεμπλέκει. Τα ηθικά διλήμματα θα κυριαρχήσουν στο τελευταίο μέρος της αφήγησης, αν και δεν μου επιτρέπεται να στερήσω από τον αναγνώστη τα μυστήρια του βιβλίου και την απόλαυση των αποκαλύψεων. 
     Ο κόσμος της ύστερης αποικίας με τις από αιώνες εγκαθιδρυμένες αξίες του ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά από τον συγγραφέα. Η γλώσσα των ηρώων είναι περίπλοκη, ακριβής, πλήρης αποφθεγμάτων και συμπερασμάτων – γλώσσα καλοζωισμένων αστών που τα μυστήρια της καρδιάς τους απασχολούν περισσότερο από αυτά της υλικής διαβίωσης. Το μυθικό Ρίο υπάρχει στο φόντο.... απλώς ως φόντο καθώς η νέα αστική τάξη έχει ριζώσει πια  για τα καλά, αιώνες μετά την ανακάλυψη της Βραζιλίας από τον Καμπράλ και τους πρώτους γάλλους εποίκους της περιοχής του Ρίο. Μια πολυπολιτισμική κοινωνία είναι εν τω γίγνεσθαι με τις πάσης φύσεως διασταυρώσεις Ευρωπαίων Μαύρων και γηγενών Ινδιάνων που έδωσαν αυτή την τόσο πλούσια κουλτούρα. Ο Μασάντο ωστόσο, σκεπτικιστής και κοινωνικός ανατόμος, χρησιμοποιεί προσεκτικά μια έντονα ειρωνική γλώσσα προκειμένου να εξηγήσει τις υπόρρητες αλήθειες της φεουδαρχικής/ αστικής τάξης. Αποφεύγει να καταφύγει σε προρομαντικά καταγωγικά αρχέτυπα, βασισμένα στον μύθο του Καλού Αγρίου και στον «ινδιανισμό» που δόμησαν την πρώιμη εθνική λογοτεχνική παραγωγή. Αντ’ αυτών εισάγει τα ευρωπαϊκής προέλευσης αστικά ρομαντικά πρότυπα, ενώ στο ύστερο έργο του, όπως εξηγεί και ο μεταφραστής Γιώργος Πρατσίνης στον ιδιαίτερα κατατοπιστικό του επίλογο, προσφεύγει στον ρεαλισμό, αν όχι στον πρώιμο μοντερνισμό. Ασφαλώς τέτοια στοιχεία ανιχνεύονται και εδώ, αν και ο λυρισμός και η κορύφωση των εσωτερικών δραμάτων έχουν τον πρώτο λόγο. Είναι άλλωστε η εποχή που τα πάθη της ψυχής και του σώματος είναι περίπου αποσυνδεδεμένα μεταξύ τους.
    Εντυπωσιακή είναι και η παρουσία της πανίσχυρης στην Λατινική Αμερική  Καθολικής Εκκλησίας. Σύμβουλος, καθοδηγητής και αποφασιστικός παράγων της πλοκής είναι ο ιερέας της οικογένειας στον οποίο προσφεύγουν τα ενδιαφερόμενα μέρη με άνευ όρων εμπιστοσύνη. Μάλιστα ο εν λόγω ιερέας είναι και φορέας υπόρρητων προοδευτικών αντιλήψεων, όπως θα λέγαμε σήμερα. Αντίθετα, αρνητικός ήρωας είναι ο φορέας της επιστημονικής γνώσης, ο γιατρός της οικογένειας και μέλλων πεθερός του Εστάσιο. Συμφεροντολόγος, ψυχρός  και ελαφρώς ραδιούργος, θα εκβιάσει την Ελένα αλλά και την εξέλιξη της ιστορίας με τίποτα λιγότερο από έναν καθαρό εκβιασμό.   Η διάσταση αυτή προδίδει και την φυσιολογική καχυποψία του συγγραφέα προς τα εκσυγχρονιστικά κελεύσματα της εποχής, προς ένα δυτικής προέλευσης ρασιοναλισμό που απειλούσε να ανατρέψει τα δεδομένα της κοινωνικής τάξης στις αποικίες. Είναι άλλωστε η εποχή που η Βραζιλία περνά στην εκβιομηχάνιση του πρωτογενούς της τομέα, όταν οι καλλιέργειες του καφέ και του ζαχαροκάλαμου κατατρώγουν σταθερά κατά κύματα την παρθενικότητα της ως τότε άγριας φύσης και οι εποικισμοί του εσωτερικού της οδηγούν σε πλήρη ανατροπή της εικόνας της αχανούς χώρας. Εξ ου και η καταφυγή σε ένα είδος παλιοκαιρισμένης πλην σταθερής πνευματικότητας με την μορφή της θρησκείας.
    Πολύ καλή η μετάφραση και υποστηρικτικά τα παραρτήματα για την ιστορία της Βραζιλίας και την ζωή του Μασάντο ντε Ασίς (1839- 1908). Μαθαίνω μάλιστα πως επίκειται η μετάφραση και άλλων βιβλίων του συγγραφέα στην ιδιαίτερα επιμελημένη αυτή νέα σειρά. Τα αναμένουμε με ενδιαφέρον.

     

 Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Μελετητής των άχρηστων (πλην αιώνιων) πραγμάτων



E. L. Doctorow,  Χόμερ & Λάνγκλεϋ
 μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, 
σελ. 287, Πατάκης 2013




Μια πανίσχυρη αλληγορία για τον σύγχρονο κόσμο μας δίνει ο Ε. Λ. Ντόκτοροου, χρησιμοποιώντας την τραγική ιστορία δύο ιδιόρρυθμων, απομονωμένων από την κοινωνία αδελφών, προκειμένου να σχολιάσει την μεγάλη Ιστορία


Ο πολυβραβευμένος Ε. Λ. Ντόκτοροου επανεγγράφει εδώ σε μορφή σύγχρονης παραβολής την απίστευτη ιστορία δύο εργένηδων αδελφών που τα πτώματά τους βρέθηκαν το 1947 στην καρδιά του Μανχάταν μέσα στο πατρογονικό τους σπίτι εν μέσω εκατό και πλέον τόνων απορριμμάτων. Πρόκειται για τους Χόμερ και  Λάνγκλεϋ Κόλλυερ, γόνους μιας από τις παλιότερες οικογένειες της Νέας Υόρκης, που η περίπτωσή τους απασχόλησε έκτοτε πανεπιστημιακά ιδρύματα, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, ακόμη και τη λογοτεχνία και το θέατρο. Ο γιατρός πατέρας είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του για άγνωστους λόγους στην δεκαετία του ’20 και η αοιδός μητέρα πέθανε λίγο αργότερα, αφήνοντας μόνα τα δύο αδέλφια να διαχειρισθούν την αξιοσέβαστη περιουσία τους και το πέτρινο τριώροφο σπίτι στην Πέμπτη Λεωφόρο, κατάφατσα στο Σέντραλ Παρκ. Ο Λάνγκλεϋ είχε επιστρέψει από τα ευρωπαϊκά πεδία των μαχών με τους πνεύμονες πειραγμένους από τα αέρια μουστάρδας ενώ ο Χόμερ, ταλαντούχος πιανίστας, είχε χάσει την όρασή του. Μαθημένα στην ζωή της νεοϋορκέζικης αριστοκρατίας, τα δύο αδέλφια θα κάνουν το καλύτερο δυνατό. Θα διοργανώσουν πάρτι και χορούς εν μέσω της ποτοαπαγόρευσης, θα ερωτευθούν, θα γνωρίσουν γκάνγκστερ και πόρνες, θα διαχειρισθούν ο ένας τις τραυματικές εμπειρίες του μεγάλου Πολέμου και ο άλλος την τυφλότητά του όσο το δυνατόν καλύτερα, θα διατηρήσουν το υπηρετικό τους  προσωπικό και θα στηρίζουν ο ένας τον άλλο.


Όμως τα τραύματα καραδοκούν. Ο τυφλός Χόμερ θα συνειδητοποιήσει σταδιακά ότι είναι ένα κοινωνικό απόβλητο ενώ ο δυναμικός Λάνγκλεϋ, ο φιλόσοφος της οικογένειας, θα τα βάλει με όλη την κοινωνία: πιστωτές και τράπεζες, εταιρείες ύδρευσης και ηλεκτρισμού, αστυνομία και  δημοτικές αρχές. Σε μια εκδήλωση πολιτικής ανυπακοής που έχει βαθιές ρίζες στο αμερικανικό φαντασιακό, ο Λάνγκλεϋ θα οδηγήσει τον αδελφό  και τον εαυτό του σε ένα τρόπο ζωής που θυμίζει τον αναχωρητισμό του Χένρυ Ντέηβιντ Θορώ και τα γραπτά του Έμερσον μόνο που εδώ τα αδέλφια δεν αποσύρονται σε κάποια ερημιά της Μοντάνα ή σε μια απόμακρη λίμνη της Νέας Αγγλίας αλλά στο πατρογονικό τους σπίτι, στην καρδιά του  Μανχάταν.

Στον «πειραγμένο» μύθο που κατασκευάζει εδώ ο Ντόκτοροου, τα δύο αδέλφια ζουν αρκετά ώστε έξω από τα θεόκλειστα παράθυρά τους να παρελάσουν όλα τα μεγάλα γεγονότα του αιώνα, μέχρι τουλάχιστον τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και την πτώση του Νίξον υπό το βάρος του Γουώτεργκεϊτ. Υπάρχουν και άλλες τροποποιήσεις στην πραγματική ιστορία των  Κόλλυερ, τέτοιες που η παράνοιά τους να μετατρέπεται σε πειστική πολιτικοποίηση.  Η διαφθορά των αρχών και ειδικά της αστυνομίας, η δυσβάστακτη φορολόγηση του ακινήτου τους, το Περλ Χάρμπορ και οι πανηγυρισμοί για τον θρίαμβο επί των Ναζί, ο πόλεμος της Κορέας και αργότερα του Βιετνάμ, τα νέα κοινωνικά κινήματα, οι πολιτικές δολοφονίες των αδελφών Κέννεντυ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο προϊών μικροαστικός καθωσπρεπισμός των περιοίκων, κυρίως όμως οι ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές, είναι τα κατακλυσμοί που καθιστούν τα αδέλφια απόβλητα. Καθώς ο αιώνας προχωρεί και «ο χρόνος διασχίζει τους ανθρώπους» κλείνονται όλο και περισσότερο στον εαυτό τους και στις αναμνήσεις τους. Ο Λάνγκλεϋ έχει επινοήσει μια θεωρία των αντικαταστάσεων, όπου όλα τα έμβια και άβια όντα αντικαθίστανται νομοτελειακά από άλλα, ενώ ασχολείται εμμονικά με την συλλογή εφημερίδων. Στόχος του να τυποποιήσει την  πραγματικότητα κατασκευάζοντας μια ιδεατή άχρονη εφημερίδα που θα απεικονίζει όλα τα εν δυνάμει γεγονότα - όλες τις μορφές εγκληματικότητας, βίας και παρέκκλισης άσχετα με την εποχή και τα επιμέρους κοινωνικά ή γεωγραφικά δεδομένα. Στην εργώδη αυτή προσπάθεια θα μετατρέψει το σπίτι σε λαβύρινθο, όπου  ο τυφλός  Χόμερ θα κινείται ψηλαφιστά ανάμεσα σε απαρχαιωμένα μηχανήματα και στοίβες εφημερίδων.

Σαν να μην είναι αυτό αρκετό, ο Λάνγκλεϋ θα μετατραπεί σε συλλέκτη αντικειμένων που το ένα είναι πλασμένο να αντικαταστήσει το άλλο. Ποδήλατα και γραφομηχανές, σόμπες και λάμπες, ακόμη και ένα ολόκληρο αυτοκίνητο που μοντάρεται στην τραπεζαρία συσσωρεύονται στο σπίτι σαν ανάμνηση άλλων εποχών αλλά και ως ένα είδος πρώιμης έκφρασης  οικολογικής συνειδητοποίησης. Τίποτα δεν πετιέται, όλα είναι χρήσιμα.  Ο Λάνγκλεϋ αναζητά την τέλεια μορφή κάθε πράγματος αλλά δεν απορρίπτει –ιδεολογικά και πραγματικά- κανένα.  Καθώς κάποτε μια πυρκαγιά ξεσπά στο σπίτι και οι καταγγελίες των περιοίκων συσσωρεύονται μαζί με τους απλήρωτους λογαριασμούς, καθώς το υπηρετικό προσωπικό φθίνει ή απέρχεται, οι αδελφοί Κόλλυερ ζουν την απόλυτη απομόνωση, παγιδεύουν το σπίτι έναντι των εισβολέων, επαναφέρουν τις λάμπες πετρελαίου και κλέβουν νερό τη νύχτα από τους δημόσιους κρουνούς ενώ οχυρώνονται στην μοναξιά και τα περασμένα μεγαλεία. Επανανακαλύπτουν τον εαυτό τους ως κοινωνικό αναχρονισμό.


Όσο κι αν ακούγεται καταθλιπτικά τραγική, η ιστορία, δοσμένη αριστοτεχνικά σε πρώτο πρόσωπο μέσω της  μειωμένης αισθητηριακής αντίληψης του τυφλού αδελφού, είναι τρυφερή και ταυτόχρονα ενορατική. Η παράνοια μετατρέπεται σε ιδεολογία και η αναγκαιότητα σε επιλογή στα έμπειρα χέρια ενός πολιτικοποιημένου συγγραφέα. Η κοινωνική ανυπακοή γίνεται αρχετυπική δραστηριότητα, και οι άνθρωποι αποδεικνύονται ικανοί να ονειρεύονται το καλύτερο δυνατό, παρά τα χτυπήματα της ζωής. Ο Ντόκτοροου μετατρέπει την σκοτεινή αυτή ιστορία σε φωτοβόλο μύθο, όπου οι έγκλειστοι, εντοιχισμένοι τρόπον τινά  ήρωές του που ανακαλούν  τον Πόε, ελπίζουν μέχρι τέλους ότι τα πράγματα δεν πεθαίνουν –απλώς αντικαθίστανται- και ότι ο χρόνος δεν είναι παρά ένας τρόπος να διασχίζουμε το άχρονο σύμπαν. Σε έναν αιώνα όπου τα πάντα απαξιώνονται με ραγδαίους ρυθμούς, οι «απροσάρμοστοι» αδελφοί φυσικά θα ηττηθούν, αλλά το σπίτι-φρούριο  θα παραμείνει   φύλακας των μικρών εκείνων πραγμάτων που κάνουν τη διαφορά στην ανθρώπινη περιπέτεια. 

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Υπάρχει ποίηση μετά το Χαλέπι;


γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

Αναδημοσίευση από: Τα ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ 



Θωμάς Ψύρρας, Η  τύχη της ποίησης στο φανταστικό Χαλιφάτο- η ποιητική δημιουργία στις επικράτειες του ISIS- , σελ. 135, Εκδ. ΘΡΑΚΑ 2016


-Ο Λαρισαίος φιλόλογος  Θωμάς Ψύρρας, συγγραφέας του εντυπωσιακού Μαράν Αθά, μας δίνει μια ενδιαφέρουσα μελέτη/ ανθολογία για την ποιητική παραγωγή στην επικράτεια της τζιχαντιστικής φρίκης-



   Φαίνεται, παραδόξως, πως υπάρχει ποιητική παραγωγή στο χαλιφάτο του ISIS, αντίθετα από ότι  ισχυριζόταν  ο Αντόρνο  αναφερόμενος στο Άουσβιτς.  Το ενδιαφέρον  είναι ότι δεν υπάρχει μόνο ποιητική παραγωγή από «παθόντες», διωκόμενους, μετοίκους στην Εσπερία  και ενγένει αντιστεκόμενους στον θρησκευτικό φανατισμό και τη μισαλλοδοξία, αλλά και από τον χώρο των μαχητών της Τζιχάντ, τους ίδιους ανθρώπους που βλέπουμε σε βίντεο να αποκεφαλίζουν αιχμαλώτους.
    Η συνοπτική μελέτη του Θωμά Ψύρρα κινείται σε τρία επίπεδα. Το πρώτο αφορά ένα  χρονικό της δημιουργίας του ISIS από υπολείμματα του σουνιτικού καθεστώτος του Σαντάμ Χουσείν και από αντιτιθέμενους στην κατ’ αυτούς «συντηρητική στροφή» της Αλ Κάιντα, υπό την ηγεσία του Αλ Ζαρκαουί.  Στοχοποιώντας αρχικά τους  Σιίτες μουσουλμάνους και βεβαίως τους δυτικούς δαίμονες που προσέβαλαν το Ισλάμ, η περιθωριακή αυτή οργάνωση θα αξιοποιούσε το αντιαμερικανικό αίσθημα μετά τον πόλεμο του 2003. Μετά τον θάνατο του Ζαρκαουί σε αεροπορικό βομβαρδισμό το 2006 η οργάνωση θα ριζοσπαστικοποιείτο δραματικά. Την ηγεσία ανέλαβε ο φανατικός Αμπού Μπακρ αλ- Μπαγκντάντι. Βασίστηκε σε πρώην στελέχη των μυστικών υπηρεσιών του Σαντάμ και άνεργα πλέον μέλη των ενόπλων δυνάμεων τα οποία είχε γνωρίσει στην διάρκεια της τετραετούς φυλάκισής του. Με το σχετικό κενό εξουσίας που άφησε η αποχώρηση των Αμερικανών τα πράγματα θα έπαιρναν άλλη τροπή. Πολεμικό υλικό υπήρχε άφθονο, διαθέσιμο άεργο ανθρώπινο δυναμικό και πόροι από το πετρέλαιο επίσης, ενώ τα παραδοσιακά σχίσματα εντός του Ισλάμ τροφοδοτούσαν το εκατέρωθεν μίσος μέσω βομβιστικών επιθέσεων ακόμη και σε ιερούς χώρους λατρείας. Ο Ψύρρας, βασιζόμενος σε καλή αγγλόφωνη βιβλιογραφία την οποία παραθέτει, αναλύει πώς αίφνης η ιδέα του Χαλιφάτου βρήκε έδαφος και πώς μετά την κατάκτηση της Μοσούλης, μεγάλης πετραιλαιοπαραγωγού κουρδικής πόλης στο Βόρειο Ιράκ, απέκτησε ένα είδος ημικρατικής υπόστασης. Σύντομα, το Χαλιφάτο θα επεκτεινόταν στα εδάφη της Βορειοανατολικής Συρίας αξιοποιώντας το κενό εξουσίας που είχε προκληθεί ήδη από την Αραβική Άνοιξη αλλά και από την εξέγερση ποικίλων ομάδων κατά του Άσσαντ. Η ευνοϊκή μεταχείριση των μαχητών του ISIS από την Τουρκία, τη Ρωσία και ποικίλους άλλους αντιτιθέμενους στο καθεστώς του Άσαντ θα συνέβαλαν τα μέγιστα στην τερατογένεση αυτή που έφτασε να ελέγχει το μισό περίπου των συριακών και ιρακινών εδαφών.
    Η αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογιών, ο ιδεολογικός πόλεμος, η στρατολόγηση μαχητών από άλλες μουσουλμανικές ομάδες που δρουν στην Τσετσενία, τη Νιγηρία, τη Λιβύη, ακόμη και τις Φιλιππίνες, η ανάδυση της ιδέας ενός ισλαμικού τόξου που γεφυρώνει πρακτικά όλες τις ηπείρους και οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί το Χαλιφάτο προς αυτό τον σκοπό συνιστούν το δεύτερο επίπεδο της ανάλυσης του Ψύρρα. Οι ακραίες απαγορεύσεις, η μυστική ισλαμική αστυνομία, οι βάρβαρες ποινές, η επαναφορά της δουλείας, ο παρανοϊκός κατάλογος δήθεν ιερών εντολών και η απόλυτη περιθωριοποίηση των γυναικών (για «απίστους» καλύτερα να μη μιλάμε) ανθούν στο πλαίσιο ενός μιλιταριστικού, στρατοκρατικού καθεστώτος, ελκυστικού ακόμη και σε κομμάτια της δυτικής νεολαίας που αναζητούν ένα νόημα στη ζωή. Στο πλαίσιο αυτό είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι για λόγους προπαγάνδας κυρίως ανθεί ένα είδος ποιητικής παραγωγής του μίσους που αξιοποιεί την αραβική παράδοση στον τομέα αυτό. Προκύπτει έτσι μια «κουλτούρα της Τζιχάντ», με ποιήματα που συχνά βιντεοσκοπούνται, ανεβαίνουν στο διαδίκτυο ή μεταδίδονται προφορικά. Ιδού ένα  παράδειγμα από τον ποιητή Αλ Σαίχ αλ Τζαμπορί που γράφει στα πρότυπα της παραδοσιακής φόρμας της εποχής της «αραβικής αθωότητας»:

Αποχαιρετήστε τους με σφαίρες, ακριβώς όπως ήρθαν
Αποχαιρετήστε τους με ρουκέτες ακριβώς όπως ήρθαν..
Χτυπάτε τους, βρίστε τους, κι αυτούς και τους συμμάχους τους...
Καταστρέψτε τα μεγαλόπρεπα κτίριά τους, τσακίστε τα
Εκμεταλλευθείτε κάθε λάθος τους, μαστιγώστε τους αλύπητα.

    Ας σημειωθεί ότι και ο Μπιν Λάντεν διεκδικούσε τις δάφνες του ποιητή χρησιμοποιώντας μάλιστα προϊσλαμικές ποιητικές μορφές, παραδείγματα δε στίχων του μας δίνει ο Ψύρρας. Ωστόσο βρίσκω πιο εντυπωσιακό το γεγονός ότι εν μέσω της περιθωριοποίησης των γυναικών, επιτρέπονται φωνές προερχόμενες από χήρες ή συζύγους τζιχαντιστών όπως για παράδειγμα η δημοφιλής Ουμμ Μουχάμαντ, τσετσενικής καταγωγής που μετοίκησε στο Χαλιφάτο και συνέθεσε ένα ποίημα με τον τίτλο «Η σύζυγος ενός μάρτυρα», δημοφιλέστατο πλέον στο διαδίκτυο.

Νομίζω καθώς κοιτάζω τον ουρανό
Ότι ο Αλλάχ αλλάζει τα πάντα σε μια στιγμή

Αλλού πάλι διατυπώνονται παροτρύνσεις προς  τους λεγόμενους μουσουλμάνους του καναπέ:

Ω σείχηδες της Google
Μπορείτε να κλείσετε τον φαύλο κύκλο
Κάνοντας κλικ στην πάνω δεξιά γωνία

Ή ακόμη:

Οι γυναίκες πολεμούν τον εχθρό
Ενώ οι δειλοί κάθονται στο σπίτι
 

Από την ανάλυση του Ψύρρα αναδύεται ένα περίπλοκο μωσαϊκό ιδεοληψιών, αρχαϊκών παραδόσεων και πολιτικών πεποιθήσεων, βαθιά ριζωμένο σε μια κοινωνία σε σύγχυση που δύσκολα ωστόσο ανατρέπεται καθώς αυτό που θρέφει την πολιτική του μίσους είναι η εγκάρσια βαθιά διαχωριστική γραμμή παράδοσης / εκσυγχρονισμού. Οι αραβικές κοινωνίες μοιάζουν να ευνοούν το πέρασμα στον σύγχρονο κόσμο α-λα-καρτ, υιοθετώντας για παράδειγμα όλες τις σύγχρονες τεχνολογίες λόγω των τεραστίων εσόδων τους από το πετρέλαιο, ενώ οι θεσμοί και οι ιδεοληψίες παραμένουν στις πανάρχαιες συντεταγμένες τους. Αυτό γίνεται απολύτως σαφές στο τρίτο επίπεδο του βιβλίου που συνιστά και ένα ανθολόγιο ποιητικότερης ποίησης. Εδώ οι φωνές που ακούγονται είναι από το μορφωμένο, εκδυτικισμένο κομμάτι της αραβικής κοινωνίας, από ανθρώπους που σπούδασαν στο πανεπιστήμιο και έχουν εγκαταλείψει  οικειοθελώς τα εδάφη του Χαλιφάτου (κάποιοι εν των οποίων ενδεχομένως βρίσκονται πλέον ανάμεσά μας).  Εδώ οι ποιητικές συντεταγμένες είναι κοντύτερα στα δικά μας δυτικά πρότυπα, οι ποιητές έχουν ενσωματώσει μοντερνιστικές αρχές ενώ δεν λείπει και το χιούμορ. Για παράδειγμα, η κουρδικής καταγωγής (από το Κιρκούκ) Καζάλ Αχμάντ, που κατέφυγε στην Ιορδανία γράφει στο σαρκαστικό «Η φιλοσοφία του μανάβη»:

Πατρίδα αγαπημένη
Είσαι σαν το λεμόνι.
Όταν λέω το όνομά σου,
Δροσίζεται το στόμα του κόσμου
Αλλά τινάζομ’  ολόκληρη από ανατριχίλα.

Ή ακόμη η γεννημένη στη Βαγδάτη, βραβευμένη από τον ΟΗΕ  φιλόλογος και δημοσιογράφος Ντούνια Μιχαήλ που ζει σήμερα στις ΗΠΑ, λέει:

Πόσο σπουδαίος είναι ο πόλεμος
Πόσο ενθουσιώδης και πόσο αποδοτικός
(.....)
Κινεί τα αιωρούμενα πτώματα στις αγχόνες
Κυλά τα φορεία με τους τραυματίες
Προκαλεί τη βροχή στα μάτια των μαννάδων
(....)
Ο πόλεμος εργάζεται με απαράμιλλη επιμέλεια
Ωστόσο κανείς δεν του λέει
Μια λεξούλα επιβράβευσης.

   Αναμφίβολα το βιβλίο αυτό διευρύνει την οπτική μας απέναντι στα τεκταινόμενα στη γειτονιά μας και δείχνει πόσο δύσκολη είναι η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και πόσες αδήλωτες πτυχές  διαθέτει. Δεν είναι τυχαίο δε ότι το βιβλίο μας έρχεται μέσω Λαρίσης όπου ο Θωμάς Ψύρρας επί χρόνια υπηρέτησε ένα είδος έκκεντρης (κυριολεκτικά) πνευματικής και πολιτικής  παραγωγής  μαζί με την Κώστα Τσαντίλη, τον Γιάννη Φασούλα και άλλους φωτισμένους Λαρισαίους. Η ομάδα αυτή  εκκίνησε τις δραστηριότητές της ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70  με βάση το ιστορικό βιβλιοπωλείο ΚΕΡΑΜΟΣ, δημιούργησε την ιδιαίτερη επιτυχημένη κίνηση Λάρισα -Ανεξάρτητη Αυτοδιοίκηση που έσπασε το δικομματικό παιγνίδι με διψήφια ποσοστά και υπηρέτησε μέσω του αξιόλογου περιοδικού Το Αυτό ένα είδος εναλλακτικής οικολογικής προσέγγισης στα τοπικά πράγματα. Ιδιαίτερα θα πρέπει να σημειωθεί εδώ το εξαίρετο βιβλίο του Κώστα Τσαντίλη Η επιδίωξη της αξιοβίωτης πόλης (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας)  αλλά και τα βιβλία  του Ψύρρα για το Κιλελέρ και για τη Λάρισα (στη σειρά Μια πόλη στη Λογοτεχνία) των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

 Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Οι αποδιοπομπαίοι τράγοι της Ιστορίας

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

Αναδημοσίευση από: Τα ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ 


Άμος Οζ, Ιούδας, μτφ. Μάγκυ Κοέν, 
σελ. 361, Καστανιώτης 2016

-Ο Αμος Οζ (1939- )ανατέμνει τις συνθήκες ίδρυσης  του κράτους του Ισραήλ, τους εναλλακτικούς δρόμους που θα μπορούσε να έχει πάρει η Ιστορία και κυρίως την έννοια της προδοσίας-



Ο Σμούελ Ας ενηλικιώνεται περίπου παράλληλα με το Ισραήλ. Το 1948, όταν μετά τον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο ιδρυόταν το νέο κράτος και το πρώτο κύμα Παλαιστινίων εγκατέλειπε πανικόβλητο τη χώρα, ήταν 13 χρονών: αρκετά μικρός για επιστράτευση αλλά και αρκετά μεγάλος για να θυμάται το τέλος της Βρετανικής Εντολής, την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης  του ΟΗΕ που πρόκρινε την ίδρυση δύο κρατών στην Παλαιστίνη, την πολιτική κυριαρχία της σκληροπυρηνικής πτέρυγας του εβραϊσμού υπό τον Νταβίντ Μπεν- Γκουριόν,  την πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τα  στρατεύματα της τότε Υπεριορδανίας. Το 1959, στα 24 του πλέον, είναι φοιτητής θρησκειολογίας και ιστορίας, ένας νεαρός αφηρημένος, ευσυγκίνητος, φιλάσθενος και εσωστρεφής, εγκαταλειμμένος από την καλή του που αποφασίζει να παντρευτεί έναν  πρακτικό και γενναιόδωρο άνθρωπο. Με την τοπογραφική εταιρεία του πατέρα του να έχει κηρύξει πτώχευση, χωρίς οικονομική και συναισθηματική στήριξη, ο Σμούελ εγκαταλείπει σπουδές, σπίτι  και την σοσιαλιστική γκρούπα στην οποία δραστηριοποιείτο, για να βρει τελικά μια παράξενη δουλειά που ελπίζει να του προσφέρει ηρεμία και απομόνωση. Του παραχωρείται τροφή και στέγη σε ένα παλιό κτίσμα της Ιερουσαλήμ με μοναδικό αντίτιμο την παροχή συντροφιάς και ευήκοων ώτων σε ένα γέροντα ανάπηρο, τον Γκέρσομ Βαλντ, που έχει χάσει τον γιο του στον πόλεμο του ’48. Στο ίδιο σπίτι ζει και η χήρα του αδικοχαμένου γιου, μια μυστηριώδης, γοητευτική σαρανταπεντάρα, η Ατάλια Αμπραβανέλ, φαινομενικά αποτραβηγμένη από τα εγκόσμια, που παίζει ωστόσο τους άντρες στα δάχτυλα και τους χρησιμοποιεί αραιά και πού ως όργανα ηδονής, για να τους αφήσει αμέσως μετά.
     Όπως είναι φυσικό ο Σμούελ την ερωτεύεται περιπαθώς. Η απόφασή του να εγκαταλείψει τα εγκόσμια  πάει περίπατο. Παράλληλα επιδίδεται σε παθιασμένες συζητήσεις με τον γέροντα Βαλντ που έχουν στο επίκεντρό τους το νεότευκτο κράτος, την απειλή των Αράβων, την δυνατότητα ή μη συνεννόησης μεταξύ  δύο λαών που διεκδικούν την ίδια ιστορική λωρίδα γης, το σιωνιστικό κίνημα και την γέννηση μιας νέας φυλής Εβραίων αποφασισμένων να απεκδυθούν τον προγενέστερο παθητικό ρόλο τους για να μεταμορφωθούν σε πολεμιστές, αγρότες και εποίκους. Ο Σμούελ ανακαλύπτει μέσω των συζητήσεων αυτών αλλά και προσωπικών ερευνών την ταυτότητα του πατέρα της Ατάλια, μιας επιφανούς προσωπικότητας και συντρόφου του Μπεν- Γκουριόν, ο οποίος πίστευε ολόψυχα στην ειρηνική επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος και την συνύπαρξη Αράβων και Εβραίων για να θεωρηθεί προδότης, να διωχθεί από το κυβερνών κόμμα, να δαχτυλοδειχτεί ως  φιλοάραβας και να τελειώσει τις μέρες του σε απόλυτη παραίτηση και καταισχύνη μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου του.
     Η έννοια της προδοσίας εμφυτεύεται στο μυαλό του Σμούελ και έρχεται να κουμπώσει με την παρατημένη εργασία του στο πανεπιστήμιο, η  οποία αφορούσε τον τρόπο που οι Εβραίοι είδαν διά μέσου της ιστορίας την μορφή του Ιούδα – του αρχετυπικού προδότη στο χριστιανικό και συνεπώς το παγκόσμιο φαντασιακό. Σκύβει στις γραφές και σταδιακά συγκροτεί την μορφή ενός Ιούδα καλλιεργημένου και εύπορου, δοσμένου ολόψυχα στον αγώνα του Ιησού για αγάπη, φιλευσπλαχνία και κατανόηση, ενός  ανθρώπου που κέρδισε την εμπιστοσύνη του Ναζωραίου και τον έπεισε σταδιακά ότι είναι ο Μεσσίας, ο εντεταλμένος για την σωτηρία του κόσμου, αυτός που οφείλει να θυσιαστεί και ύστερα να αναστηθεί για να πείσει με το θαύμα του τους Γραμματείς περί της θεότητάς του και να φέρει την Βασιλεία των Ουρανών επί της γης. Ο Ιούδας είναι κατά τον Σμούελ ο πρώτος Χριστιανός, ενώ οι υπόλοιποι απόστολοι, φτωχοί ψαράδες και αγρότες, με άκρατες ωστόσο φιλοδοξίες, θα διαδώσουν μόνο αργότερα το μήνυμα. Και είναι αυτός που θα κρεμαστεί μετά την σταύρωση του κυρίου του όχι από τύψεις για την υποτιθέμενη προδοσία (τι να τα κάνει τα τριάντα αργύρια ένας πλούσιος κτηματίας σαν και λόγου του;) αλλά γιατί κατανοεί ότι οδήγησε στον σταυρό έναν άνθρωπο, όχι έναν Θεό.
    Πώς κατασκευάζεται ένας προδότης και γιατί;  Είναι απαραίτητοι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι για να συγκροτηθούν τα έθνη;  Είναι αδύνατη η αγάπη,  η δικαιοσύνη και η επί γης ειρήνη; Και γιατί οι Εβραίοι απαρνήθηκαν έναν δικό τους άνθρωπο (τον Ιησού) και τον χάρισαν στους αποστόλους της νεαρής τότε θρησκείας επιτρέποντάς τους να τον ενδύσουν μετά θάνατον με θεϊκές ιδιότητες; Τέτοια ερωτήματα διατυπώνει ο Οζ διά μέσου του κεντρικού  ήρωα  και των συγκατοίκων του στο παράξενο αυτό σπίτι. Ο γέροντας Βαλντ και η γοητευτική απόμακρη Ατάλια (μαζί τους, κατά τον συγγραφέα,  και σύσσωμος ο λαός  του νεότευκτου Ισραήλ) ελάχιστα πιστεύουν στην επί γης ειρήνη και γι αυτό ο πατέρας της, όπως παλιότερα και ο Ιησούς, εξοβελίστηκαν. Το γεγονός όμως ότι ολόκληρος ο εβραϊκός λαός ταυτίσθηκε ιστορικά με την μορφή ενός υποτιθέμενου προδότη, του Ιούδα, και ότι διά μέσου της ιστορίας υπέστη όσα αυτή η ταύτιση σενεπέφερε με την μορφή των πογκρόμ και του ολοκαυτώματος, παραμένει ένα ερώτημα που δεν απαντιέται επαρκώς, καθώς άλλοι θα διατείνονταν ότι οι διώξεις δεν ήταν μόνο θρησκευτικού χαρακτήρα αλλά συχνά και πολιτικού, ταξικού, πολιτισμικού κλπ.
    
    Εντέλει η μελαγχολική πραγματίστρια Ατάλια θα ελεήσει τον νεαρό Σμούελ με την πρόσκαιρη εύνοιά της. Ελεγχόμενη τρυφερότητα και μερικές ερωτικές βραδιές θα τονώσουν τον ψυχισμό του Σμούελ έτσι ώστε όταν  πάρει το δισάκι του για τον επόμενο σταθμό της ζωής του, θα νοιώσει πλουσιότερος σε εμπειρίες και ωριμότερος. Ενώ έρχεται επιτέλους  η άνοιξη μετά τον μακρύ χειμώνα της Ιερουσαλήμ, εκείνος διασχίζει το Ισραήλ προς ένα νεότευκτο οικισμό κάπου στο μέσον της ερήμου όπου ελπίζει να βρει δουλειά.  Ελπίζει να βρει και τον έρωτα στη γυναικεία μορφή που ξεπροβάλλει από ένα παράθυρο αλλά μένει εκκρεμής καταμεσής του δρόμου όταν τα πατζούρια κλείνουν αδιάφορα. Τα ερωτήματα της ιστορίας και της ζωής δεν έχουν απαντηθεί. Και ο Οζ μας αφήνει με ένα αίσθημα ιστορικής αδικίας την οποία μετριάζει μόνον μια  ατάκα της Ατάλιας όταν αναφέρεται στον ξεχασμένο «προδότη» πατέρα της: κάποιοι θα τον ανασύρουν κάποτε από τη λήθη, κάποιοι θα αποκαταστήσουν την υστεροφημία του. Όπως δηλαδή κάνει και ο Οζ για λογαριασμό του Ιούδα.

    Απλός και αρκούντως αναλυτικός στη γραφή του, ο Αμος Οζ είναι ένας προνομιούχος συγγραφέας. Είναι τόσο πλούσιο το υλικό που προσφέρει το σύγχρονο Ισραήλ αλλά και τόσο πολλές οι δυνατότητες εμβύθισης στην Ιστορία που προσφέρει η «Γη της Επαγγελίας» ώστε συγγραφείς όπως ο ίδιος, ο Άαρον Άππελφελντ, ο Νταβίντ Γκρόσμαν, ο Αβράαμ Γεοσούα και άλλοι να μην χρειάζεται να κατασκευάσουν και πολύ μυθοπλαστικό υλικό για να εγείρουν το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας. Η μοίρα των Εβραίων, η διερώτηση για τη μοίρα τους, οι ιδεολογικές συγκρούσεις που ταυτίζονται με τις ποικίλες εκδοχές του σιωνισμού επανέρχονται διαρκώς στο έργο του. Ίσως και ο ίδιος να νοιώθει τρόπον τινά προδότης στην ίδια του τη χώρα καθώς ως «εθνικός συγγραφέας» εμφανώς υποδύεται τον ρόλο του διαμεσολαβητή και αυτού που θα εγκαταστήσει γέφυρες συνεννόησης.   Κάτω βέβαια από αυτό το δυσβάστακτο ιδεολογικό φορτίο, σε μια ιστορική περιοχή που έχει χαράξει πολλές από τις μείζονες διαχωριστικές γραμμές στον σύγχρονο κόσμο, το μυθοπλαστκό υλικό απειλείται με απίσχνανση. Κατά κανόνα ωστόσο ο Οζ αποφεύγει αυτό τον σκόπελο, παραλληλίζοντας την ιστορία των ηρώων του με αρχετυπικά βιβλικά πρόσωπα και ακόμη δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην τοπιογραφία της περιοχής. Εδώ λ.χ. η ατμόσφαιρα της χειμωνιάτικης Ιερουσαλήμ δίνεται με μουντά μελαγχολικά χρώματα, οι ποικίλες σιωπές περιγράφονται με έμπνευση, τα αδέσποτα ζώα παρακολουθούν τον εξίσου αδέσποτο ήρωα και οι έξωθεν απειλές των αράβων ελεύθερων σκοπευτών λειτουργούν ως αντήχηση για την εσωτερική περιπέτεια και τον βασανιστικό έρωτα του νεαρού Σμούελ. Ακόμη ο Οζ χρησιμοποιεί τελετουργικά την επανάληψη των ίδιων απλών καθημερινών μοτίβων (άλειμμα χοντρών φετών ψωμιού, λιμοτονούσες γάτες, η μαγκωμένη αυλόπορτα, το παρατημένο πηγάδι κλπ.) για να δώσει ένα σχεδόν ιερατικό τόνο στην αφήγηση. Εδώ αποτυγχάνει. Η επανάληψη κυριαρχεί επί της τελετουργίας και απλώς κουράζει τον αναγνώστη, όπως άλλωστε και η επαναλαμβανόμενη  κυκλική εντρύφηση στα θεολογικά μοτίβα. Η συγγραφική του συνέπεια κινδυνεύει να μετατραπεί σε εμμονή.




    Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Η ουσία των ορατών πραγμάτων

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

Αναδημοσίευση από: Τα ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ 


Τζων Μπάνβιλ, Η μπλε κιθάρα, μτφ. Τόνια Κοβαλένκο, 
σελ. 317, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2016

-Ένας αποσυρμένος ζωγράφος, ανασυστήνει την μνήμη και επανεπισκέπτεται την πραγματικότητα, ενώ προκαλεί άφθονο πόνο μέσω ενός όψιμου έρωτα. Ο κάτοχος του Μπούκερ Τζων Μπάνβιλ επανέρχεται στην οικεία του θεματική-



Ο ήρωας και άλτερ έγκο του Τζων Μπάνβιλ επανέρχεται για άλλη μια φορά στα πατρώα εδάφη, όπως ακριβώς στη Θάλασσα, το Αρχαίο Φως, την Έκλειψη, ίσως και αλλού - αρχίζω να τα μπερδεύω τώρα πια. Αλλά βέβαια, μόλις συνειδητοποιώ ότι  αυτό ακριβώς επιδιώκει ο σημαντικός αυτός σύγχρονος Ιρλανδός: να μας μπερδέψει ως προς το ποιος είναι ποιος και από ποιο βιβλίο, σε ποια μικρή πόλη επέστρεψε ο ήρωας και πάντα πρωτοπρόσωπος αφηγητής του, τι ακριβώς ασήμαντο έχει διαπράξει που ωστόσο του χάραξε τη ζωή, με τι τρόπους επιλέγει να ξοφλήσει με τις ενοχές, τα μυστήρια της μνήμης, τις πληγές της ενηλικίωσης και ενγένει το παρελθόν. Η λογοτεχνία του Μπάνβιλ είναι ένα απόλυτο συνεχές – ένα ώριμο οικοσύστημα. Ήρωες επανεμφανίζονται εδώ κι εκεί, η ίδια πάντα φύση ζωγραφίζεται και ξαναζωγραφίζεται στην απειρία των παραλλαγών της, η πραγματικότητα φωτίζεται από ποικίλες οπτικές γωνίες, η μνήμη αποκαλύπτει αλλά και αυτοαναιρείται. Αυτό που τον ενδιαφέρει, και που γίνεται ξεκάθαρο εδώ με αφορμή τον ζωγράφο /πρωταγωνιστή του βιβλίου, είναι ότι αγωνίζεται για την ουσία κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Και ότι, μιας και η ουσία αυτή δεν είναι πάντα εύκολο να αποκαλυφθεί, (με όπλο τουλάχιστον τον χρωστήρα)  η μόνη λύση είναι η αναζήτηση «της γενεσιουργού δίνης των σχέσεων των πραγμάτων μεταξύ τους». Διότι κανένα αντικείμενο, μας λέει  ο αφηγητής,  δεν υπάρχει καθεαυτό παρά μόνο σε σχέση με τα άλλα πράγματα γύρω του – όπως προ πολλού μας δίδαξε, θα  πρόσθετα εγώ,  και η επιστημονική οικολογία. Ακόμη και μια πέτρα δεν είναι απλώς μια πέτρα, μας  λέει εμπιστευτικά: «Δοκίμασε να την κλωτσήσεις και θα δεις τι εννοώ».  Κι αν η αποκάλυψη αυτών των σχέσεων είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, τότε το μόνο ενδιαφέρον που μπορεί να κάνει ο καλλιτέχνης είναι να επαναζωγραφίζει τις επιφάνειες αποδίδοντάς τους ένα αυτόνομο φορτίο. Ή να τα παρατήσει.

     Στα προηγούμενα βιβλία του Μπάνβιλ οι κεντρικοί ήρωες ήταν πάντα «βαριά χαρτιά». Πολιτικοί, κριτικοί τέχνης, ηθοποιοί, άνθρωποι των γραμμάτων. Έτσι κι εδώ. Ο ήρωάς του, Όλιβερ Ορμ, είναι ένας παραιτημένος από την τέχνη του, πρώην επιτυχημένος ζωγράφος, με κυβιστικές (συνάγουμε) κατευθύνσεις ως προς την εμμονική απεικόνιση ζώντων και άψυχων αντικειμένων υπό ποικίλες οπτικές γωνίες και με διαρκώς ανανεούμενες φωτοσκιάσεις. Προ τετραετίας περίπου ο Ορμ τα παράτησε όλα καθώς ένα ωραίο πρωί ανακάλυψε ότι η αναζήτηση της ουσίας στην τέχνη είναι ένα αδιέξοδο παιγνίδι.  Επέστρεψε με την σύζυγό του, την γοητευτική, ολίγον απόμακρη και κομψά αφηρημένη Γκλόρια  στην πατρώα μικρή πόλη, όχι σε αναζήτηση μιας νέας αρχής αλλά ως απόλυτη εγκατάλειψη του παρελθόντος του και στροφή σε μια συστηματική παρακολούθηση των γύρω του πραγμάτων. Και πράγματι,  περιγράφοντας ο Ορμ την επιφάνεια των γύρω του αντικειμένων και έμβιων όντων, αποδεικνύει ότι ο γεννήτοράς του Τζων Μπάνβιλ είναι αξεπέραστος σ’ αυτή την τεχνική, αν και οι επαναλήψεις των προγενέστερων ευρημάτων του (χρωμάτων, μεταφορών, παρομοιώσεων) είναι εμφανείς.

    Και πια είναι η πλοκή; θα ρωτήσει κανείς. Μα στοιχειώδης, αν και αυτό δεν ήταν ποτέ το θέμα με τον Μπάνβιλ. Στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου ο Ορμ θα ερωτευθεί την Πόλυ, γυναίκα του ωρολογοποιού φίλου του Μάρκους, κι αυτή εκείνον. Ο Μάρκους θα παρατηρήσει αργότερα την αλλαγή στην συμπεριφορά της και πραγματικό ράκος θα καταφύγει στο εργαστήρι του Ορμ. Πανικόβλητος ο αφηγητής θα απεκδυθεί των ευθυνών του και θα καταφύγει στην άλλη πλευρά του κόλπου. Θα ανακαλυφθεί από όλους, θα την ξανακοπανήσει καθώς έχει ήδη αποκαθηλώσει την εικόνα της ερωμένης του, και εντέλει θα επιστρέψει στην συζυγική εστία, όπου θα μάθουμε περί το τέλος ότι η σύζυγός του κυοφορεί (για να κλείσει ο κύκλος) το παιδί του Μάρκους. Και ο τελευταίος; Μα έχει πεθάνει, μάλλον σε ατύχημα, πέφτοντας από μια γέφυρα στις εκβολές του ποταμού.

    Και όμως και όμως...Το σημαντικό στον Μπάνβιλ είναι η ίδια η επεξεργασία της γλώσσας και ο τρόπος με τον οποίο αυτή συνεργάζεται με την μνήμη. Ο αφηγητής, μη όντας  πια ζωγράφος, ανακαλύπτει εδώ την δύναμη των λέξεων. Από αυτή την άποψη, η επιλογή του συγκεκριμένου επαγγέλματος για τον ήρωά του είναι ίσως η πιο πετυχημένη από όλα τα βιβλία του Μπάνβιλ. Όποιος τον έχει ήδη διαβάσει καταλαβαίνει τι εννοώ. Όποιος όχι ακόμη, θα συνειδητοποιήσει εξ αρχής ότι πρόκειται ίσως για τον συγγραφέα τον κοντινότερο στην τέχνη της ζωγραφικής από οποιονδήποτε άλλο σύγχρονό μας. Δεν εννοώ εδώ απλώς την αναπαραστατική του δύναμη, αλλά την έμφαση στα αντιληπτά από τις αισθήσεις  στοιχεία του κόσμου μας, και κυρίως στην σχέση της τέχνης με την πραγματικότητα. Ίσως μάλιστα θα έπρεπε να είχε επινοήσει ζωγράφο αφηγητή νωρίτερα στο έργο του, γιατί έτσι θα φωτίζονταν  πιο ξεκάθαρα οι προγραμματικές αρχές του.  Και επιπλέον, πολλές από τις ενίοτε υπερβολικά εκτεταμένες   νοητικές παρεκβάσεις και τοπιογραφικές αποτυπώσεις του δεν θα γίνονταν κουραστικές και αποπροσανατολιστικές όπως οι πολέμιοί του τού έχουν καταλογίσει. Ούτε το ύφος του θα γινόταν –όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί- τόσο έντεχνα πομπώδες.

    Σ’ ότι αφορά τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, ας τονίσουμε ότι πρόκειται για έναν όχι και τόσο ελκυστικό χαρακτήρα. Αυτοπεριγράφεται ως δειλός, ανεύθυνος, χοντρός, ελάχιστα γοητευτικός, εγωπαθής και νάρκισσος. Επικεντρώνεται στον κόσμο γύρω του φιλοσοφώντας και αναλύοντας ακατάπαυστα το έξω και το μέσα του και ανακαλύπτοντας πόσο αγεφύρωτα είναι αυτά τα δύο. Παρατήρηση και αυτοψυχανάλυση καταλήγουν σε καθαρό εγωισμό (ακόμη και η προγενέστερη απώλεια της κόρης του ελάχιστα ίχνη τού έχει αφήσει, ακόμη και τα δράματα της ερωμένης και της γυναίκας του τα αντιμετωπίζει παίρνοντας σαφείς αποστάσεις). Επιπλέον ο Ορμ είναι κλεφτρόνι. Αρπάζει αντικείμενα (μια αλατιέρα, ένα αγαλματίδιο, ένα βιβλίο)  για να δώσει, λέει,  την ευκαιρία στα αντικείμενα να ζήσουν μια άλλη ζωή, σε ένα νέο περίγυρο. Κάπως έτσι έβλεπε στο παρελθόν και την σχέση του με την πραγματικότητα που ζωγράφιζε: ως κλοπή και μεταποίηση της ουσίας του αντικειμενικού έξω κόσμου. Κι αν τύχει και αντιπαθήσουμε τον ήρωα, είναι βέβαιο ότι η ευφυής αυτή μεταφορά (της κλοπής) φωτίζει τον τρόπο που ο Μπάνβιλ βλέπει την τέχνη της γραφής: ως υφαρπαγή, οικειοποίηση, μετασχηματισμό του περιβάλλοντος χώρου - φυσικού και ανθρωπογενούς. Η πρώτη ύλη που αφειδώς προσφέρεται εκεί έξω ανασυγκροτεί εντός μας το Όλον  προκειμένου να μας προσφέρει την λύτρωση.

    Ας είναι. Προσωπικά χρωστάω πολλά στον Τζων Μπάνβιλ. Συνεχίζει να με αιφνιδιάζει με την ευρηματικότητα και την φρεσκάδα της ματιάς του, την συστηματική εκσκαφή των ερειπίων της ζωής και την αποκάλυψη των ανταμοιβών του φυσικού τοπίου. Γι αυτό του συγχωρώ τις επαναλήψεις, την θεματική του μονομέρεια, την συστηματική παρεμπόδιση της ροής της αφήγησης, την κόπωση που εμφανίζει ο ίδιος  εδώ και που δεν διστάζει να μοιραστεί με τον αναγνώστη. Σε τελευταία ανάλυση, στον Μπάνβιλ, και εν πολλοίς στην μεγάλη Ιρλανδική παράδοση, σημασία έχει η μουσική της γλώσσας. Αν καθοδόν νιώσετε κι εσείς κάποια κόπωση, να ξέρετε ότι όλο το βιβλίο δουλεύει για την εγκατάλειψη στις  τελευταίες σελίδες.
   Τέλος, ειδική μνεία πρέπει να γίνει στη μεταφράστρια του συνόλου του έργου του Μπάνβιλ, Τόνια Κοβαλένκο, που μας πλοηγεί κι εδώ με ασφάλεια στις  περίπλοκες πραγματικότητές του.

   
Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.